^Κορυφή
  • Armeni Η Δημοτική ενότητα Αρμένων...
    ...αποτελείται από τα δημοτικά διαμερίσματα: Καλύβες, Αρμένους, Νέο Χωριό, Στύλος, Ραμνή, Καρές, Μαχαιροί. Η μεγαλύτερη επιφάνεια του Δήμου, καλύπτεται από βοσκότοπους και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Κατά τους θερινούς μήνες, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν το μπάνιο τους στις βραβευμένες παραλίες των Καλυβών, του Γλάρου, της Κυανής Ακτής και της Κεράς....
  • Vamos Η Δημοτική ενότητα Βάμου...
    ...περιλαμβάνει τα δημοτικά διαμερίσματα: Βάμου, Γαβαλοχωρίου, Κάινας, Κεφαλά, Ξηροστερνίου, Πλάκας, Σελλίων, Καλαμίτσι Αλεξάνδρου και Κόκκινου Χωριού. Είναι ημιορεινή περιοχή με ποικιλόμορφο και ενδιαφέρον φυσικό περιβάλλον, όπου κυριαρχεί η τοπική δασώδης και θαμνώδης βλάστηση αλλά χαρακτηρίζεται και από την πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά της. Υπήρξε στο παρελθόν πρωτεόυσα του Δήμου καί φιλοξενεί το Κέντρο Υγείας και Δικαστήριο.
  • Georgioupolis Η δημοτική ενότητα Γεωργιούπολης..
    ... με βουνό και κάμπο, ποταμούς, λίμνη και θάλασσα, άγρια φύση και καλλιεργήσιμη γη. Τοπία απαράμιλλης ομορφιάς, οικισμοί που διατηρούν το παραδοσιακό Κρητικό στοιχείο, αλλά και οικιστικές ζώνες με κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, νυχτερινή ζωή, σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες με υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στόν τουρισμό.Μαθές, Καβρός, Κουρνάς, Κάστελλος, Φυλακή, Πάτημα, Δράμια, Εξώπολη και Καλαμίτσι Αμυγδάλου είναι τα χωριά της ενότητας αυτής.
  • Krionerida Η Δημοτική ενότητα Κρυονερίδας..
    ...αποτελείται από τις Βρύσες, την Μάζα, τον Αλίκαμπο, τον Εμπρόσνερο, τον Βαφέ και το Νίππος, ορεινά και ημιορεινά χωριά της ρίζας των Λευκών Ορέων. Τα χωριά αυτά χαρακτηρίζονται για τη φιλοξενία των κατοίκων τους, την διατήρηση της Κρητικής παράδοσης, ενώ κύρια ασχολία τους, είναι η κτηνοτροφία και η γεωργία. Η Δ. ενότητα Κρυονερίδας, καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα της επαρχίας Αποκορώνου και συνορεύει την Δήμο Σφακίων από νότια.
  • Fres Η Δημοτική ενότητα Φρε...
    ...αποτελείται από τα δημοτικά διαμερίσματα του Φρε, Μελιδονίου, Παιδοχωρίου, Πεμονίων και Τζιτζιφέ. Βρίσκεται στους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Το έδαφος είναι ημιορεινό, παράγει άριστο λάδι, κρασί και εξαίρετα κτηνοτροφικά προϊόντα. Υπάρχουν 4 παραδοσιακά τυροκομεία που αξιοποιούν το γάλα της περιοχής και παράγουν άριστη γραβιέρα, ανθότυρους και μυζήθρα. Δύο βιοτεχνίες με παραδοσιακά έπιπλα, και πέντε Ελαιουργεία δίνουν ζωή στον τόπο διατηρώντας την παράδοση.
  • Asi Gonia Η Αση Γωνιά ..
    ...είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου με μεγάλη ιστορία, χωριό κτηνοτρόφων με 700 κατοίκους περίπου, και ο αριθμός αυτός αυξάνεται διαρκώς. Στην Αση Γωνιά γιορτάζει στις 23 Απριλίου ο Αγιος Γεώργιος ο Γαλατάς. Είναι η κεντρική εκκλησία στην πλατεία του χωριού και τη μέρα της γιορτής του Αγίου οι κτηνοτρόφοι κατεβάζουν τα πρόβατα από τα βουνά στην εκκλησία, τα αρμέγουν και μοιράζουν το γάλα στους παρευρισκόμενους. Σίγουρα μια πολύ ασυνήθιστη γιορτή.

Άρθρα

ΚΑΪΝΑ

ΚΑΪΝΑ

Η Κάινα είναι χτισμένη σε υψόμετρο 226 μέτρων στο δυτικό άκρο των υψωμάτων του Βάμου, σε πλαγιά που κοιτάει νότια προς την κοιλάδα του Βρυσιανού. Η ονομασία του χωριού πιθανότατα προέρχεται από την αρχαία πόλη Καίνος ή Καινώ που υπήρχε στην περιοχή, ονομασία που εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου σε Καϊνώ και Κάινα. Η παλαιότερη καταγεγραμμένη αναφορά στο χωριό γίνεται σε συμβόλαιο του 1301 ως Gayna, η οποία αναφέρεται ότι ήταν φέουδο του Λέοντα Γαβαλά που υπαγόταν στην τούρμα Ψυχρού, όπως ονομαζόταν τότε ο Αποκόρωνας. Το χωριό αναφέρεται ως Caina από τον Barozzi το 1577 και με το ίδιο όνομα από τον Basilicata το 1630.

Το χωριό βρισκόταν παλιά 500 με 800 μέτρα νοτιότερα από τη σημερινή του θέση, σε μια περιοχή που οι ντόπιοι ονομάζουν «παλιά Κάινα». Στα ανατολικά αυτής (δηλαδή νοτιοανατολικά του σημερινού οικισμού) βρίσκεται η συνοικία Πλάτανος, που παλιότερα ονομαζόταν Γενίτσαρη Μετόχι, από το όνομα του αγά των γενιτσάρων που είχε χτίσει εδώ πύργο. Το 1812 δυνάμεις του Χατζή Οσμάν πασά (γνωστού και ως Πνιγάρη) μαζί με χριστιανούς υπό τον Ιωάννη Μουτσάκη (ή Μουτσογιάννη) και τον Ιωσήφ Κωνσταντουδάκη (ή Σήφακα) πολιόρκησαν και κατέστρεψαν τον πύργο του Μεχμέτ Γενίτσαρη, αν και ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει στις μαδάρες. Η συνοικία υπέστη εκτεταμένες ζημιές και η Κάινα ξαναχτίστηκε στη σημερινή της τοποθεσία το 1826, αλλά σημειώθηκαν και πάλι συγκρούσεις μέσα και γύρω από το χωριό τον Αύγουστο του 1866 και στις αρχές του 1867.

Λίγο πιο έξω από το χωριό υπάρχουν αρκετές πηγές, όπως αυτή του Ρούτσουνα, απ’ όπου προμηθευόταν νερό ο Γενίτσαρης, και αυτή στο Σωποτό, όπου τον Οκτώβριο του 1944 έγινε σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων ανταρτών και Ιταλών στρατιωτών. Έξω από το χωριό υπάρχει επίσης εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Αντώνιο, με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα, ενώ νότια της «εθνικής οδού» υπάρχει ο ναός του Αγίου Φανουρίου, ο οποίος συγκεντρώνει πλήθος προσκυνητών στη γιορτή του (27 Αυγούστου), πολλοί εκ των οποίων έρχονται με τα πόδια από τα Χανιά (27 χιλιόμετρα). Ένα άλλο σημείο ενδιαφέροντος είναι το σπήλαιο Λιθωμένη Κοπέλα στη θέση Κλουμπά, η ονομασία του οποίου λέγεται ότι προέρχεται από μια κοπέλα που είχε αφήσει ελεύθερο το βόδι της και προσπαθούσε να το πιάσει, αλλά δεν το έφτανε. Έχοντας θυμώσει μετά από αρκετές προσπάθειες, η κοπέλα βλαστήμησε. Τότε το έδαφος βούλιαξε και η κοπέλα έπεσε και εγκλωβίστηκε μέσα του μαζί με το βόδι της, όπου απολιθώθηκε και παραμένει έως σήμερα. Πέραν αυτών, η Κάινα είναι επίσης γνωστή για το έθιμο της καμήλας, το οποίο γίνεται κάθε χρόνο την Καθαρά Δευτέρα. Την ημέρα αυτή οι ντόπιοι κατασκευάζουν ένα ομοίωμα καμήλας και το περιφέρουν στο χωριό, ενώ προσφέρονται νηστίσιμα εδέσματα και τσικουδιά στους επισκέπτες.

Διοικητικά, το χωριό αναφέρεται ως Κάυνα και Γενίτσαρι του Δήμου Φρε το 1881 και το 1900, έδρα ομώνυμου αγροτικού δήμου το 1920 και αυτοτελής κοινότητα το 1928. Το 1999 η Κάινα υπάχθηκε στον ανασυσταθέντα Δήμο Βάμου, μέρος του οποίου παρέμεινε μέχρι το 2010, οπότε και έγινε μέρος του Δήμου Αποκορώνου.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

 

ΚΑΒΑΛΛΟΣ

ΚΑΒΑΛΛΟΣ (Λίμνη Κουρνά)

Ο Κάβαλλος βρίσκεται σε υψόμετρο 72 μέτρων, στην ανατολική όχθη της λίμνης Κουρνά. Η προέλευση της ονομασίας «Κάβαλλος» δεν είναι γνωστή, αλλά στην αρχαιότητα η λίμνη ήταν γνωστή με το όνομα Κορησία και στις όχθες της πιστεύεται ότι υπήρχε ιερό προς τιμήν της Κορησίας Αθηνάς. Η ονομασία «Κουρνάς» εκτιμάται ότι δόθηκε στη λίμνη και τον παρακείμενο οικισμό κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας (8ος αιώνας-961), καθώς κούρνα ή γκούρνα σημαίνει «λίμνη» στα αραβικά. Ωστόσο, οι κάτοικοι της περιοχής μετακινήθηκαν στο χωριό Κουρνάς (2,5 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά) κατά τη β΄ Βυζαντινή περίοδο (961-1252), με αποτέλεσμα ο παραλίμνιος οικισμός να εγκαταλειφθεί. Κατά τη Βενετοκρατία δεν αναφέρεται χωριό γύρω από τη λίμνη, αλλά κατά την Τουρκοκρατία δημιουργήθηκαν τρία: ο Κάβαλλος στην ανατολική της όχθη, το Μουρί ανατολικότερα (υψόμετρο 46 μέτρα) και τα Ξυλαδιανά, ανάμεσα στον Κάβαλλο και τον Κουρνά (υψόμετρο 115 μέτρα).

Ως προς τον σχηματισμό της λίμνης, ο θρύλος λέει ότι κάποια μέρα ένας χωρικός που ζούσε εδώ πήρε την κόρη του για να πάνε στα χωράφια. Στον δρόμο έκατσαν κάπου να ξαποστάσουν και η κόρη άρχισε να χτενίζει τα ξανθά μαλλιά της. Ενώ αρχικά την καμάρωνε, ο πατέρας ξαφνικά την επιθύμησε ερωτικά και της ρίχτηκε. Η κόρη ξαφνιάστηκε και φώναξε απελπισμένη: «Βούλα και βουλολίμνα, κι εγώ στοιχειό στην λίμνα!». Αμέσως ο τόπος βυθίστηκε προς τα μέσα και σχηματίστηκε λίμνη, την οποία στοίχειωσε η κόρη. Λέγεται μάλιστα πως ορισμένοι κάτοικοι ακόμα βλέπουν μερικές φορές τη νύχτα μια κοπέλα να κάθεται σε κάποιο βράχο και να χτενίζει τα μαλλιά της.

Ανεξάρτητα από τον θρύλο και τις λαϊκές δοξασίες, η λίμνη Κουρνά είναι η μοναδική φυσική λίμνη στην Κρήτη και η μεγαλύτερη φυσική λίμνη σε νησί στη Μεσόγειο. Τροφοδοτείται από επιφανειακά ρέματα και δύο υπόγειες πηγές και αποστραγγίζεται από τον ποταμό Δέλφινα, ο οποίος εκβάλει στον Κόλπο του Αλμυρού ανάμεσα στους Ασπρουλιάνους και τον Καβρό. Τα σκοτεινά νερά στο κέντρο της λίμνης οδήγησαν στον θρύλο ότι δεν είχε πυθμένα, αλλά βυθομετρήσεις που έγιναν στα μέσα του 20ού αιώνα έδειξαν ότι το βάθος της δεν ξεπερνάει τα 23 μέτρα (το βαθύτερο σημείο της βρίσκεται 3,5 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας). Οι διαστάσεις της μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια του έτους, αλλά η μέγιστη έκταση της φτάνει τα 579 στρέμματα και ο όγκος της τα 7,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα. Η λίμνη είναι σημαντικός βιότοπος για ψάρια και αποδημητικά πουλιά, ενώ αποτελεί Περιοχή Προστασίας της Ορνιθοπανίδας και έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000. Στην ανατολική όχθη της λίμνης υπάρχουν πολλά καφέ και εστιατόρια, ενώ είναι δημοφιλής η βόλτα γύρω από αυτήν με θαλάσσιο ποδήλατο ή με τα πόδια.

Διοικητικά, τα χωριά της περιοχής αναφέρονται πρώτη φορά ως Ξυλαδιανά και Κάβαλλος του Δήμου Μαθέ το 1881 και περιλαμβάνονται στα χωριά που αναφέρονται με τη γενική ονομασία «Κουρνοπατήματα». Το 1900 αναφέρονται μόνο τα Ξυλαδιανά ως μέρος του Δήμου Γεωργιουπόλεως και το 1920 μόνο ο Κάβαλος, στον ίδιο δήμο, ο οποίος αναφέρεται από το 1940 και εξής ως Κάβαλλος. Τα παραπάνω χωριά έγιναν μέρος της Κοινότητας Γεωργιούπολης το 1980 και του ανασυσταθέντος Δήμου Γεωργιούπολης το 1999, ο οποίος έγινε Δημοτική Ενότητα του Δήμου Αποκορώνου το 2010.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

ΕΞΩΠΟΛΗ

ΕΞΩΠΟΛΗ

Η Εξώπολη (ή Ξώπολη) είναι χτισμένη σε υψόμετρο 133 μέτρων σε μια βουνοπλαγιά με θέα τον Κόλπο του Αλμυρού. Παλιά το χωριό λεγόταν Χρυσούπολη, ονομασία που ενδεχομένως οφείλεται στο ότι άκμασε κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου ως εμπορικός κόμβος ανάμεσα στην ενδοχώρα του Αποκόρωνα και την περιοχή γύρω από τον Κόλπο του Αλμυρού. Το χωριό αναφέρεται από τον Barozzi το 1577 ως Ghrussopoli, από τον Καστροφύλακα το 1583 ως Argiromuri Chrussopulli και από τον Basilicata το 1630 ως Assogieromuri Chrussopoli. Στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 αναφέρονται δύο διακριτά χωριά με τα ονόματα Xopolis και Azoeromuri, τα οποία έγιναν Ξώπολις και Αργυρομούρι του Δήμου Βάμου το 1881. Η Εξώπολη πέρασε στην αφάνεια μετά την ίδρυση της Γεωργιούπολης στις αρχές του 20ου αιώνα, αν και η τουριστική ανάπτυξη της τελευταίας ευνόησε και τη δική της.

Στο κέντρο του χωριού υπάρχει η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου και του Αγίου Δημητρίου, η οποία έχει το εξαιρετικά σπάνιο χαρακτηριστικό ότι έχει ένα κλίτος και έναν θόλο, αλλά δύο αγίες τράπεζες και δύο κόγχες ιερού. Πρωτομάστορας της εκκλησίας αυτής ήταν ο Γιώργης Γιωργαράκης από τον Κεφαλά, ενώ Κεφαλιανός ήταν και ο κατασκευαστής του εντυπωσιακού τέμπλου του, Παπαγιάννης Πρινόλης ή Πρινολάκης. Η εκκλησία άρχισε να χτίζεται το 1888 και τα εγκαίνιά της έγιναν το 1908. Σε αυτήν φιλοξενείται το μοναδικό λάβαρο που έχει δημιουργηθεί με βάση σημαία της Κρητικής Πολιτείας, κατασκευασμένο το 1901 στην Αθήνα (το άνω αριστερό τετράγωνο της σημαίας επιχρωματίστηκε μπλε το 1913). Μια άλλη σημαντική εκκλησία είναι αυτή του Αγίου Βασιλείου, η οποία εκτιμάται ότι χτίστηκε από τον Όσιο Ιωάννη τον Ξένο τον 13ο αιώνα.

Πέρα από τις εκκλησίες της, η Εξώπολη είναι γνωστή για το έθιμο «πέταγμα του κουδουνιού», που γίνεται στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) στη γειτονιά Αργυρομούρι. Σύμφωνα με αυτό, ο ιερέας του χωριού βάζει μέσα σ’ ένα κουδούνι μπαρούτι, σκόρδο, αλάτι και λιβάνι, και μετά πετάει το κουδούνι στα αιγοπρόβατα που έχουν συγκεντρωθεί μπροστά από την εκκλησία. Το πρώτο ζώο που θα ακουμπήσει το κουδούνι το φοράει για όσο ζει, προφυλάσσοντας τον ιδιοκτήτη και την οικογένειά του από το «κακό μάτι».

Διοικητικά, το χωριό αναφέρεται ως μέρος του Δήμου Βάμου το 1881 και το 1900, έδρα ομώνυμου αγροτικού δήμου το 1920 και μέρος της Kοινότητας Γεωργιούπολης το 1928. Το 1951 το χωριό αναφέρεται ως τμήμα της Κοινότητας Καλαμίτσι Αμυγδάλι, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι την επανίδρυση του Δήμου Γεωργιούπολης το 1999, ο οποίος έγινε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αποκορώνου το 2010. H παραλία Καλυβάκι, μεταξύ των ποταμών Αλμυρού και Βλυχάδας, υπάγεται στην Εξώπολη.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

ΕΜΠΡΟΣΝΕΡΟΣ

ΕΜΠΡΟΣΝΕΡΟΣ

Ο Εμπρόσνερος (ή Μπρόνιερος) βρίσκεται σε υψόμετρο 241 μέτρων στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, κοντά στα όρια των άλλοτε επαρχιών και νυν δήμων Αποκορώνου και Σφακίων. Ως προς την προέλευση της ονομασίας του χωριού, λέγεται ότι όταν κάποιος φτάνει στο χωριό συναντά πρώτα τις πηγές, εξ ου και εμπρός-νερό. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η ονομασία του χωριού σχετίζεται με την απόδοση εκτάσεων το 963 σε στρατιωτικούς που είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία ανακατάληψης της Κρήτης. Οι εκτάσεις αυτές ονομάζονταν «προνόμιες» και οι κάτοχοί τους «προνοητές» ή «προνοιάτες» (progniati κατά τη Βενετοκρατία), ονομασία που εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου σε Προνερίτες, απ’ όπου και εκτιμάται ότι προέκυψε η σύγχρονη ονομασία του χωριού.

Η παλαιότερη καταγεγραμμένη μνεία του χωριού γίνεται το 1355 ως Brusnero, positi in Oxomorea, «ευρισκόμενος στην έξω μεριά», εννοώντας τη βόρεια πλευρά των Λευκών Ορέων. Το χωριό αναφέρεται ως Obrosnero από τον Barozzi το 1577, Brosnero από τον Καστροφύλακα το 1583 και Ombros Nero από τον Basilicata το 1630. Κατά τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας στο χωριό στάθμευε απόσπασμα του οθωμανικού στρατού, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους ντόπιους να επιτίθενται εναντίον του. Θέλοντας να απαλλαγεί από τη συνεχή όχληση των επιθέσεων αυτών, η οθωμανική διοίκηση ανέθεσε τον έλεγχο της περιοχής στον γενίτσαρο Ιμπραήμ Αληδάκη, ο οποίος είχε τον πύργο του στον Εμπρόσνερο και έλεγχε μια μεγάλη περιοχή από τον ποταμό Μουσέλα μέχρι τα υψώματα του Βάμου και τα Λευκά Όρη. Σύμφωνα με ένα ποίημα που αποδίδεται στον Γεώργιο Πάτερο, «Είχε κοπάδι’ αλάλητα και κάμπους και λιβάδια, και μητατοκαθίσματα με βρύσες και πηγάδια. Δάση, βουνά και χειμαδιά, στέρνες και ποτιστήρια, κουράδια τ’ αγριόβουιδα, κοπάδια τα μπεργίρια. Μητάτα εικοσιτέσσερα έσταινε στην αράδα, ούλη τη Ρίζα όριζε, χωράφια και χαλέπες».

Μετά το άδοξο τέλος της επανάστασης του 1770, ο Αληδάκης οργάνωσε δικό του στρατό με σκοπό να αποκτήσει τον έλεγχο της μαδάρας και των βοσκότοπων, θεωρώντας ότι οι Σφακιανοί δεν θα ήταν σε θέση να αντιδράσουν. Οι Σφακιανοί ωστόσο έμαθαν για τις προετοιμασίες αυτές και επιτέθηκαν πρώτοι κατά του πύργου του στον Εμπρόσνερο. Σύμφωνα με το ίδιο ποίημα, «Βαθειάν αυγή σηκώνουνται κι ούλοι μονομεργιούσι, και τα γλυκοχαράγματα το Μπρόσνερο κυκλώνου. Κι απ’ ης και τσι σκοτώσασι μέσα στον πύργο μπήκα, κι επήραν ό,τι βρίσκασι και πράμα δεν αφήκα… Πόρτες, πιθάρια και βουτσά, με το κρασί ομάδι, και το κριθάρ’ επήρασι, παίρνουσι και το λάδι». Μετά τον θάνατο του Αληδάκη το 1774 δεν βρέθηκε επίδοξος αντικαταστάτης του, με αποτέλεσμα η παρουσία και η δράση μουσουλμάνων στη Ρίζα (τους πρόποδες των Λευκών Ορέων) να περιοριστεί σημαντικά.

Λόγω της οχυρής τοποθεσίας του χωριού, το 1822 εγκαταστάθηκε στον Εμπρόσνερο η «Προσωρινή Διοίκηση της Νήσου Κρήτης», ενώ το χωριό συμμετείχε ενεργά σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες που ακολούθησαν. Από τον Εμπρόσνερο καταγόταν και ο Σπύρος Βαρδάκης ή Βαρδοσπυρίδης, μέλος της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής που πρότεινε τη μεταφορά της Συνέλευσης του Κλήματος στην Κράπη (9 Σεπτεμβρίου 1895), όπου συγκεντρώθηκαν και συνέπραξαν πολλοί Σφακιανοί. Μαζί με αρκετούς συγχωριανούς του συμμετείχε και πολέμησε στην πολιορκία του Βάμου (Μάιος 1896), ενώ μετά τη συγκρότηση της Κρητικής Πολιτείας πολλοί Μπρονιερίτες πήραν μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα (1903-1908), τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) και τη Μάχη της Κρήτης (1941).

Στο χωριό υπάρχουν αρκετές εκκλησίες (αφιερωμένες στον Άγιο Τίτο, την Παναγία, την Αγία Άννα, την Αγία Τριάδα, τον Άγιο Νεκτάριο, την Αγία Αικατερίνη και τον Προφήτη Ηλία), αλλά και δύο σπηλιές, στη μία εκ των οποίων έχει χτιστεί η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Στην τοποθεσία Κρεμαστός βρίσκεται το Δημοτικό Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», το οποίο ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του γνωστού μουσικοσυνθέτη. Στην τοπική κοινότητα Εμπρόσνερου υπάγεται ο οικισμός Βατουδιάρης, ο οποίος βρίσκεται σε υψόμετρο 350 μέτρων στα νότια του χωριού και η ονομασία του οφείλεται στους πολλούς βάτους που υπάρχουν στην περιοχή. Διοικητικά, το χωριό αναφέρεται ως Μπρόσνερος του Δήμου Μαθέ το 1881, μέρος του Δήμου Γεωργιούπολης το 1900 και έδρα ομώνυμης κοινότητας το 1920, ενώ από το 1928 και εξής εμφανίζεται ως Εμπρόσνερος. Το χωριό έγινε μέρος του Δήμου Κρυονερίδας το 1999, ο οποίος έγινε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αποκορώνου το 2010.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

ΔΡΑΠΑΝΟΣ

ΔΡΑΠΑΝΟ(Σ)

Ο Δράπανος βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αποκόρωνα, σε υψόμετρο 305 μέτρων. Το χωριό απλώνεται στα νότια του τραπεζοειδούς ορεινού όγκου που ονομάζεται Δραπανοκεφάλα και έχει θέα τόσο προς τον Κόλπο της Σούδας (βορειοδυτικά) όσο και προς τον Κόλπο του Αλμυρού (ανατολικά). Η ονομασία του χωριού πιθανότατα οφείλεται στο παρακείμενο ακρωτήριο Δράπανο ή Δρέπανο, το οποίο ονομάστηκε έτσι επειδή η απόληξή του μοιάζει με δρεπάνι. Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, Δράπανο (Drapano) ήταν το όνομα του πρώτου οικιστή του χωριού, επώνυμο που αναφέρεται στο Δουκικό Αρχείο του Χάνδακα (Archivio Ducale di Candia) το 1378. Το χωριό δεν αναφέρεται σε έγγραφα και απογραφές της Βενετοκρατίας, αλλά αναφέρεται πρώτη φορά στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 ως Drapanos, οπότε και είχε 300 χριστιανικές και 25 μουσουλμανικές οικογένειες.

Αντιλαμβανόμενοι τη στρατηγική σημασία της Δραπανοκεφάλας για τον Κόλπο της Σούδας, μετά τη Μάχη της Κρήτης (Μάιος 1941) οι Γερμανοί σχεδίασαν και έχτισαν με αγγαρείες των ντόπιων πολυβολεία, οχυρώσεις και υπόγεια καταφύγια στην περιοχή, ενώ εγκατέστησαν τελεφερίκ που συνέδεε την είσοδο του υπόγειου στρατηγείου τους στο Κόκκινο Χωριό με την κορυφή της Δραπανοκεφάλας, σε υψόμετρο 527 μέτρων. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, από τα πολυβολεία αυτά χτυπήθηκαν τον Νοέμβριο του 1944 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Παναγιά Κεραμειών (20 χλμ μακριά), καθώς και η καμπάνα της εκκλησίας της Ευαγγελίστριας στον Φρε (10 χλμ μακριά). Μετά τον πόλεμο πολλές από αυτές τις εγκαταστάσεις καταστράφηκαν, είτε από τη φθορά του χρόνου είτε σκόπιμα.

Σήμερα ο Δράπανος είναι γνωστός κυρίως για τα παλιά σπίτια, την εντυπωσιακή θέα και τις ταβέρνες του, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το χωριό έχει προκαλέσει η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Βιωσιμότητας, η οποία εδρεύει από το 2012 σε ένα οικολογικό σπίτι και οργανώνει εκδηλώσεις και ξεναγήσεις οικολογικού χαρακτήρα. Από το Δράπανο ένα μονοπάτι οδηγεί μέσα από ένα μικρό φαράγγι στο ξωκλήσι του Άγιου Ιωάννη και στην ακτή Γορδέλι, η οποία βρίσκεται βόρεια του Ομπρόσγιαλου. Διοικητικά, ο Δράπανος αναφέρεται ως μέρος του Δήμου Βάμου το 1881 και το 1900, μέρος του αγροτικού Δήμου Κεφαλά το 1920 και της Κοινότητας Κεφαλά από το 1928 μέχρι το 1999, οπότε και ανασυστάθηκε ο Δήμος Βάμου. Από το 2010, ο Δράπανος είναι μέρος της Τοπικής Κοινότητας Κεφαλά της Δημοτικής Ενότητας Βάμου του Δήμου Αποκορώνου.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης


Facebook twitter youtube