^Κορυφή
  • Armeni Η Δημοτική ενότητα Αρμένων...
    ...αποτελείται από τα δημοτικά διαμερίσματα: Καλύβες, Αρμένους, Νέο Χωριό, Στύλος, Ραμνή, Καρές, Μαχαιροί. Η μεγαλύτερη επιφάνεια του Δήμου, καλύπτεται από βοσκότοπους και καλλιεργούμενες εκτάσεις. Κατά τους θερινούς μήνες, οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν το μπάνιο τους στις βραβευμένες παραλίες των Καλυβών, του Γλάρου, της Κυανής Ακτής και της Κεράς....
  • Vamos Η Δημοτική ενότητα Βάμου...
    ...περιλαμβάνει τα δημοτικά διαμερίσματα: Βάμου, Γαβαλοχωρίου, Κάινας, Κεφαλά, Ξηροστερνίου, Πλάκας, Σελλίων, Καλαμίτσι Αλεξάνδρου και Κόκκινου Χωριού. Είναι ημιορεινή περιοχή με ποικιλόμορφο και ενδιαφέρον φυσικό περιβάλλον, όπου κυριαρχεί η τοπική δασώδης και θαμνώδης βλάστηση αλλά χαρακτηρίζεται και από την πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά της. Υπήρξε στο παρελθόν πρωτεόυσα του Δήμου καί φιλοξενεί το Κέντρο Υγείας και Δικαστήριο.
  • Georgioupolis Η δημοτική ενότητα Γεωργιούπολης..
    ... με βουνό και κάμπο, ποταμούς, λίμνη και θάλασσα, άγρια φύση και καλλιεργήσιμη γη. Τοπία απαράμιλλης ομορφιάς, οικισμοί που διατηρούν το παραδοσιακό Κρητικό στοιχείο, αλλά και οικιστικές ζώνες με κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα, νυχτερινή ζωή, σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες με υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στόν τουρισμό.Μαθές, Καβρός, Κουρνάς, Κάστελλος, Φυλακή, Πάτημα, Δράμια, Εξώπολη και Καλαμίτσι Αμυγδάλου είναι τα χωριά της ενότητας αυτής.
  • Krionerida Η Δημοτική ενότητα Κρυονερίδας..
    ...αποτελείται από τις Βρύσες, την Μάζα, τον Αλίκαμπο, τον Εμπρόσνερο, τον Βαφέ και το Νίππος, ορεινά και ημιορεινά χωριά της ρίζας των Λευκών Ορέων. Τα χωριά αυτά χαρακτηρίζονται για τη φιλοξενία των κατοίκων τους, την διατήρηση της Κρητικής παράδοσης, ενώ κύρια ασχολία τους, είναι η κτηνοτροφία και η γεωργία. Η Δ. ενότητα Κρυονερίδας, καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα της επαρχίας Αποκορώνου και συνορεύει την Δήμο Σφακίων από νότια.
  • Fres Η Δημοτική ενότητα Φρε...
    ...αποτελείται από τα δημοτικά διαμερίσματα του Φρε, Μελιδονίου, Παιδοχωρίου, Πεμονίων και Τζιτζιφέ. Βρίσκεται στους πρόποδες των Λευκών Ορέων. Το έδαφος είναι ημιορεινό, παράγει άριστο λάδι, κρασί και εξαίρετα κτηνοτροφικά προϊόντα. Υπάρχουν 4 παραδοσιακά τυροκομεία που αξιοποιούν το γάλα της περιοχής και παράγουν άριστη γραβιέρα, ανθότυρους και μυζήθρα. Δύο βιοτεχνίες με παραδοσιακά έπιπλα, και πέντε Ελαιουργεία δίνουν ζωή στον τόπο διατηρώντας την παράδοση.
  • Asi Gonia Η Αση Γωνιά ..
    ...είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου με μεγάλη ιστορία, χωριό κτηνοτρόφων με 700 κατοίκους περίπου, και ο αριθμός αυτός αυξάνεται διαρκώς. Στην Αση Γωνιά γιορτάζει στις 23 Απριλίου ο Αγιος Γεώργιος ο Γαλατάς. Είναι η κεντρική εκκλησία στην πλατεία του χωριού και τη μέρα της γιορτής του Αγίου οι κτηνοτρόφοι κατεβάζουν τα πρόβατα από τα βουνά στην εκκλησία, τα αρμέγουν και μοιράζουν το γάλα στους παρευρισκόμενους. Σίγουρα μια πολύ ασυνήθιστη γιορτή.

Βαφές

ΒΑΦΕΣ

Ο Βαφές βρίσκεται σε υψόμετρο 210 μέτρων στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, νοτιοδυτικά των Βρυσών. Υπάρχουν πολλές θεωρίες σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του χωριού, αλλά η επικρατέστερη είναι ότι προήλθε από κάποιον βαφέα που κατοικούσε εδώ, εκτίμηση που επιβεβαιώνεται από το όνομα του παραπλήσιου ποταμού που λέγεται Βαμμένος. Το χωριό ιδρύθηκε στα μέσα του 8ου αιώνα, όταν το γειτονικό χωριό Κούρτσα καταστράφηκε από τους Άραβες και πολλοί κατέφυγαν στην τοποθεσία αυτή. Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά στον Βαφέ εγκαταστάθηκε η οικογένεια των Σκορδίληδων, η οποία παρέμεινε και αναγνωρίστηκε ως αριστοκρατική οικογένεια και κατά τη Βενετοκρατία. Το χωριό αναφέρεται ως Vaffea από τον Barozzi το 1577, Vaffe από τον Καστροφύλακα το 1583 και Vaffes από τον Basilicata το 1630.

Μετά την κατάληψη του Αποκόρωνα από τους Οθωμανούς το 1646 ο Βαφές έγινε βακουφικό χωριό (ιδιοκτησία κοινωφελούς ιδρύματος) το οποίο ανήκε στο τέμενος του Φιντίκ Χατζή Μεχμέτ πασά στο Ηράκλειο. Κατά την πρώιμη Τουρκοκρατία χτίστηκαν στο χωριό εντυπωσιακά κτήρια που μπορεί ο επισκέπτης να θαυμάσει έως σήμερα, όπως ο δίκλιτος ναός του Χριστού, η κατοικία του Ιερέως Εμμανουήλ Σκορδύλη του 1745 και σειρά θολωτών κατασκευών που αποδίδονται στον γενίτσαρο Ιμπραήμ Αληδάκη. Νοτιοδυτικά του χωριού βρίσκεται το σπήλαιο της Κρυονερίδας, το οποίο χρησίμευσε ως καταφύγιο για τους χριστιανούς αρκετές φορές, αλλά τελικά ανακαλύφθηκε από Οθωμανούς στρατιώτες οι οποίοι άναψαν φωτιά στην είσοδό του στις 9 Αυγούστου 1821 και προκάλεσαν θάνατο από ασφυξία στα 130 γυναικόπαιδα που βρίσκονταν εντός του. Έξω από το χωριό έγινε επίσης η μάχη του Βαφέ στις 12 Οκτωβρίου 1866, όταν ο Μουσταφά πασάς παρέσυρε σε παγίδα τον Ιωάννη Ζυμβρακάκη και αποδεκάτισε τις δυνάμεις του.

Ο Βαφές υπήρξε πεδίο σύγκρουσης και στη σύγχρονη ιστορία, καθώς στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι Γερμανοί επιτέθηκαν με ισχυρές δυνάμεις στον Βαφέ, με σκοπό να αιφνιδιάσουν και εξουδετερώσουν τους αντάρτες. Ο αιφνιδιασμός ωστόσο δεν πέτυχε, καθώς καθηλώθηκαν από πυκνά πυρά και υπέστησαν σημαντικές απώλειες. Σε ανάμνηση των παραπάνω γεγονότων, στο κέντρο του χωριού έχει αναγερθεί μνημείο όπου αναφέρονται όλοι οι αγώνες στους οποίους συμμετείχαν οι ντόπιοι κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, ενώ σε αναγνώριση της κληρονομιάς του χωριού, ο Βαφές χαρακτηρίστηκε ιστορικός διατηρητέος οικισμός με το ΦΕΚ 1072/1997.

Στον Βαφέ ο επισκέπτης μπορεί να δει την παλιά φάμπρικα (ελαιοτριβείο), την εκκλησία των Αγίων Ασωμάτων του 15ου αιώνα και την γέφυρα του ποταμού Μπούτακα, ενώ στην πλαγιά νότια του χωριού βρίσκεται ο παλιός οικισμός Αχατζικιά (πρώην Αχατζήκιοϊ μετόχι), η ονομασία του οποίου προέρχεται είτε από το εδώδιμο χόρτο αρχάτζικας, είτε από κάποιον «χατζή», δηλαδή προσκυνητή στους Αγίους Τόπους. Στον Βαφέ υπάγεται επίσης ο οικισμός Αρεβίτης, ο οποίος βρίσκεται σε υψόμετρο 440 μέτρων τρία χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του χωριού. Διοικητικά, ο Βαφές αναφέρεται ως τμήμα του Δήμου Φρε από το 1881 μέχρι το 1915, οπότε και έγινε αυτοτελής κοινότητα. Το καθεστώς αυτό διατήρησε μέχρι το 1999, οπότε και υπάχθηκε στον Δήμο Κρυονερίδας, ο οποίος ενώθηκε με άλλους πέντε το 2010 για να σχηματίσουν τον Δήμο Αποκορώνου.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

Γαβαλοχώρι

ΓΑΒΑΛΟΧΩΡΙ

Το Γαβαλοχώρι βρίσκεται στα βόρεια του Αποκόρωνα σε υψόμετρο 100 μέτρων, σε μια κοιλάδα που σχηματίζεται ανάμεσα στα υψώματα του Βάμου (νότια του χωριού) και τα υψώματα του Κεφαλά (στα ανατολικά). Το χωριό πήρε το όνομά του από την οικογένεια των Γαβαλάδων, μία από τις δώδεκα οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη μετά την ανάκτησή της από τους Άραβες τον 10ο αιώνα και έμειναν γνωστές ως «αρχοντόπουλα». Παρότι δεν έχει επιβεβαιωθεί, η πρώτη αναφορά στο χωριό φαίνεται να έγινε σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού το 1182 για τη διανομή των φέουδων, όπου υπάρχει η φράση «άχρι του Γαβαλοχωρίου, ήγουν χωρίου Γαβαλά». Το χωριό αναφέρεται ως Gavaloghori Astiraca από τον Barozzi το 1577 και ως Gavalochori Amighdali από τον Basilicata το 1630, ενώ φαίνεται να διατήρησε τη σημασία και τον πληθυσμό του και κατά την Τουρκοκρατία (1646-1898), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε συμμετείχε ενεργά στους αγώνες για την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς. Κατά την επανάσταση του 1821 το Γαβαλοχώρι έγινε έδρα του «Κρητικού Συμβουλίου», ενώ μετά το 1893 αρκετοί ντόπιοι μυήθηκαν στην αδελφότητα που εξελίχθηκε στη Μεταπολιτευτική Επιτροπή, μεταξύ των οποίων ο Κωνσταντίνος Μαλινός, ο Χαράλαμπος Παπαδάκης, ο Εμμανουήλ Κρασάς κ.ά.

Το Γαβαλοχώρι είναι ένας από τους σημαντικότερους παραδοσιακούς οικισμούς του Αποκόρωνα, καθώς σε αυτό σώζονται αρκετά ενδιαφέροντα δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής, όπως ένα δίκλιτο θολωτό ελαιοτριβείο του 18ου αιώνα, οι εκκλησίες της Παναγίας και του Αγίου Σεργίου, το παλιό σχολείο και πολλά παλιά σπίτια από την εποχή της Βενετοκρατίας. Στο Γαβαλοχώρι υπάρχει επίσης το μοναδικό Λαογραφικό Μουσείο της Π.Ε. Χανίων που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο ιδρύθηκε το 1967 και εγκαινιάστηκε το 1993. Το μουσείο αυτό φιλοξενεί εξαιρετικά δείγματα λαϊκής τέχνης, όπως υφαντά, έπιπλα, όπλα και πίνακες ζωγραφικής, ενώ στεγάζεται σε κατοικία και σε ελαιοτριβείο που έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Στο χωριό υπάρχει επίσης Γυναικείος Συνεταιρισμός που ασχολείται με την παραδοσιακή τέχνη κατασκευής δαντέλας (γνωστή ως κοπανέλι) και τον αγροτουρισμό. Στην πλαγιά ανατολικά του χωριού υπάρχουν τριάντα πέτρινες δεξαμενές της εποχής της Βενετοκρατίας, γνωστές ως Γαβαλιανά πηγάδια.

Διοικητικά, στο Γαβαλοχώρι υπάγονται επίσης οι οικισμοί Άγιος Παύλος και Άσπρο (Κοπράνα). Το Γαβαλοχώρι αναφέρεται ως μέρος του Δήμου Βάμου το 1881 και το 1900, έδρα ομώνυμου αγροτικού δήμου το 1920 και αυτοτελής κοινότητα το 1928. Το 1999 έγινε μέρος του ανασυσταθέντος Δήμου Βάμου, και από το 2010 αποτελεί ομώνυμη Τοπική Κοινότητα του Δήμου Αποκορώνου.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

Αλμυρίδα

ΑΛΜΥΡΙΔΑ

Η Αλμυρίδα είναι ένας παράλιος οικισμός στον Κόλπο της Σούδας, απ’ όπου κανείς βλέπει απέναντι το Ακρωτήρι και δυτικά τη νησίδα Κάργα. Η τοποθεσία είναι πεδινή αλλά περιβάλλεται στα ανατολικά και δυτικά της από απότομες πλαγιές, οι οποίες εμπόδιζαν διαχρονικά την ανάπτυξη του οικισμού. Στη δυτική άκρη του οικισμού, επί του δρόμου που τον συνδέει με τις Καλύβες, έχουν βρεθεί και ανασκαφεί από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων τα ερείπια μίας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 6ου αιώνα, με εξαιρετικά ψηφιδωτά δάπεδα. Βορειοδυτικά της εκκλησίας στον λόφο Φοινικιά σώζονται τα ερείπια μιας ελληνορωμαϊκής πόλης, ενώ ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας έχουν βρεθεί και στη νησίδα Κάργα που βρίσκεται απέναντι.

Λόγω του μικρού μεγέθους και πληθυσμού του, το χωριό δεν αναφέρεται σε έγγραφα της βενετικής ή της οθωμανικής διοίκησης της Κρήτης, αλλά θα πρέπει να υπήρχε σχεδόν συνεχής -ή έστω εποχιακή κατοίκηση- από κάποιες οικογένειες. Στα νεότερα χρόνια, η περιοχή έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Μεταπολιτευτική Επανάσταση (1895-1896) και στην απελευθέρωση του Αποκόρωνα και της Κρήτης γενικότερα, καθώς εδώ εκτυλίχθηκαν οι μάχες της Αλμυρίδας (30 Ιουνίου - 4 Ιουλίου 1896). Αφορμή για την εκδήλωσή τους ήταν η απόπειρα ενός αγήματος από το οθωμανικό πολεμικό πλοίο Kaplan να ρυμουλκήσει τις βάρκες των ντόπιων στο λιμάνι, όπου θα κατάσχονταν λόγω υποψιών ότι μετέφεραν πολεμικό υλικό προς το Ακρωτήρι. Οι ντόπιοι αντιστάθηκαν στην απόπειρα των στρατιωτών, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν. Μόλις την επόμενη μέρα, οθωμανικός στρατός και στόλος επιτέθηκαν κατά της Αλμυρίδας με 3.500 άνδρες, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο συγκρούσεων που διήρκεσε μέχρι τις 4 Ιουλίου 1896. Οι συγκρούσεις αυτές έλαβαν χώρα τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα, γι’ αυτό και η σύγκρουση συχνά αναφέρεται ως πεζοναυμαχία. Παρότι οι χριστιανοί υπερασπιστές της περιοχής ήταν ελάχιστοι, ανάγκασαν τους Οθωμανούς να υποχωρήσουν όχι μόνο από την Αλμυρίδα, αλλά από όλη τη βόρεια ακτή του Αποκόρωνα (εκτός από το Ιτζεδίν), με αποτέλεσμα την απελευθέρωση του μεγαλύτερου μέρους του Νομού Σφακίων δύο περίπου χρόνια πριν την υπόλοιπη Κρήτη (το 1898).

Κατά την αυτονομία και μετά την ένωση με την Ελλάδα το 1913 η Αλμυρίδα παρέμεινε ένας μικρός οικισμός, οι περισσότεροι κάτοικοι του οποίου ασχολούνταν με την αλιεία ή την ελαιοκαλλιέργεια. Ωστόσο, η τουριστική ανάπτυξη που ξεκίνησε μετά τη δεκαετία του ’80 δεν άργησε να επηρεάσει και την Αλμυρίδα, η οποία εξελίχθηκε μέσα σε μερικά χρόνια σε δημοφιλές θέρετρο για αρκετούς Έλληνες και ξένους επισκέπτες. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η παραλία της, η οποία βραβεύεται κάθε χρόνο με τη «γαλάζια σημαία» που λειτουργεί ως πιστοποίηση της καθαρότητας της θάλασσας και της ύπαρξης των απαραίτητων υποδομών για την ασφάλεια και την εξυπηρέτηση των λουόμενων. Ως συνέπεια της προσέλευσης αυτής, στον οικισμό αναγέρθηκαν και λειτουργούν αρκετά ξενοδοχεία και εστιατόρια, ενώ οι επισκέπτες μπορούν να κάνουν αρκετά θαλάσσια σπορ, όπως ιστιοσανίδα, κανό ή καταδύσεις. Διοικητικά, η Αλμυρίδα υπάγεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Πλάκας της Δημοτικής Ενότητας Βάμου.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

Αρμένοι

ΑΡΜΕΝΟΙ

Το χωριό Αρμένοι βρίσκεται σε υψόμετρο 50 μέτρων στα ανατολικά της κοιλάδας του ποταμού Κοιλιάρη. Όπως και τα ομώνυμα χωριά του Ρεθύμνου και της Σητείας, το χωριό πήρε το όνομά του από τους Αρμένιους στρατιώτες που επέλεξαν να εγκατασταθούν σε αυτό μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 μ.Χ. Ωστόσο, στο χωριό υπάρχουν ίχνη κατοίκησης από την παλαιοχριστιανική εποχή. Γύρω από τον ναό της Παναγίας βρέθηκε παλαιοχριστιανική βασιλική, ενώ σε ανασκαφές στον ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου βρέθηκαν ίχνη παλαιότερης βασιλικής, το ψηφιδωτό της οποίας χρονολογήθηκε στον 16ο αιώνα. Το χωριό αναφέρεται από τον Barozzi το 1577 ως Armenus, ονομασία που επιβεβαιώνεται στον Καστροφύλακα το 1583 και από τον Basilicata το 1630.

Παρότι το χωριό είναι πεδινό και κατ’ επέκταση ευπρόσβλητο σε επιθέσεις, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις κινητοποιήσεις των χριστιανών της Κρήτης κατά των Οθωμανών τον 19ο αιώνα. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 οι Αρμένοι ορίστηκαν έδρα της Προσωρινής Επαναστατικής Συνέλευσης, ενώ τον Μάιο του 1822 πληρεξούσιοι από όλες τις επαρχίες του νησιού συγκεντρώθηκαν εδώ και ψήφισαν το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Νήσου Κρήτης», ένα οιονεί σύνταγμα που είχε ως πρότυπο αυτό που ψήφισε η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου τον Ιανουάριο του 1822 και περιέγραφε τις αρμοδιότητες των νέων διοικητικών αρχών που θα διαδέχονταν τις αντίστοιχες οθωμανικές. Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού, το χωριό μετονομάστηκε Ελευθερούπολη.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Βάμου, τον Μάιο του 1896, η Μεταπολιτευτική Επιτροπή συγκάλεσε συνέλευση στο χωριό, ενώ εδώ έγινε και η πρώτη συνέλευση της επανάστασης του 1897 στις 26 Ιουνίου, η οποία μεταφέρθηκε στις Αρχάνες τέσσερις μέρες αργότερα. Κατά την αυτονομία (1898-1913) το χωριό ευημέρησε και αναπτύχθηκε, ενώ τη δεκαετία του ’30 χτίστηκε ο τρίκλιτος ναός του Αγίου Νικολάου, ένα από τα τελευταία έργα ντόπιων μαστόρων με ακαδημαϊκές επιδράσεις. Πέραν των αξιόλογων εκκλησιών, στο χωριό υπάρχουν επίσης αρκετές πηγές που τροφοδοτούν τον ποταμό Ξυδέ ή Ξυδιά που εκβάλει στις Καλύβες, ενώ στη βόρεια είσοδό του υπάρχει ένας παλιός νερόμυλος, πλάι στον οποίο λειτουργούσε «ρασοφάμπρικα», δηλαδή βιοτεχνία επεξεργασίας υφασμάτων.

Ως προς τη διοικητική του υπαγωγή, το χωριό επελέγη ως έδρα του Δήμου Αρμένων το 1881, αλλά αυτός καταργήθηκε το 1915. Έκτοτε και μέχρι την ανασύσταση του Δήμου το 1999 το χωριό αποτέλεσε αυτοτελή ομώνυμη κοινότητα, ενώ από το 2010 και εξής αποτελεί ομώνυμο Δημοτικό Διαμέρισμα της Δημοτικής Ενότητας Αρμένων.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης

Αλίκαμπος

ΑΛΙΚΑΜΠΟΣ

Ο Αλίκαμπος βρίσκεται σε υψόμετρο 330 μέτρων στους ανατολικούς πρόποδες των Λευκών Ορέων, σε ένα πρανές γνωστό ως Αλικαμπιώτικη μαδάρα. ν και δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθηκε το χωριό, το όνομά του προέρχεται ενδεχομένως από συνδυασμό της αρχαιοελληνικής λέξης άλυς (κόκκινος) με την λατινογενή campo (πεδίο), επειδή στο πρανές υπάρχει πολύ κοκκινόχωμα. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το πρώτο συνθετικό προέρχεται από την αραβική λέξη ‘ali που σημαίνει ψηλός, άρα η ονομασία σημαίνει «ψηλός κάμπος». Σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή, το χωριό πήρε το όνομά του από τον Οθωμανό πειρατή Ουλούτς Αλή (Uluç Ali) που το κατέστρεψε το 1567, γι’ αυτό και ενίοτε αναφέρεται ως «Αλήκαμπος». Σε κάθε περίπτωση, το χωριό αναφέρεται ως Alicambo από τον Barozzi το 1577 και με το ίδιο όνομα από τον Καστροφύλακα (βενετική απογραφή) το 1583.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, οι πρώτοι που έχτισαν οχυρώσεις στο χωριό ήταν Άραβες, οι οποίοι έχτισαν ένα φρούριο στη θέση Πηργιολύκι το 821 μ.Χ. Μετά την ανακατάληψη της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 μ.Χ, στην Κρήτη εγκαταστάθηκαν δώδεκα οικογένειες ευγενών, στους οποίους δόθηκαν μεγάλες εκτάσεις γης. Ο Αλίκαμπος δόθηκε τότε στον Μαλαβαρά, μαζί με μια έκταση που εκτεινόταν ανατολικά μέχρι τη λίμνη Κουρνά και βόρεια μέχρι τον Βρυσιανό ποταμό. Το χωριό ήκμασε κατά τους επόμενους δύο αιώνες, διάστημα κατά το οποίο χτίστηκαν αρκετές εκκλησίες, μεταξύ των οποίων αυτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, η οποία τοιχογραφήθηκε από τον Ιωάννη Παγωμένο γύρω στο 1315 και διατηρείται σε καλή κατάσταση έως σήμερα.

Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Βενετούς στο χωριό εγκαταστάθηκε η οικογένεια των Κόντη (Conti), μέλη της οποίας υπηρέτησαν ως μισθοφόροι της Βενετίας σε αρκετούς πολέμους. Ωστόσο, οι ντόπιοι ήταν δυσαρεστημένοι από τη βενετική διοίκηση και συμμετείχαν σε αρκετές εξεγέρσεις εναντίον της. Ιδιαίτερη δράση επέδειξαν κατά την εξέγερση του Καντανολέοντα (1527-1528), με αποτέλεσμα να σταλεί εναντίον τους μια δύναμη 3.000 στρατιωτών υπό τον στρατηγό Λουκίνο Δελφέρμη. Παρά τις γενναίες προσπάθειες των Αλικαμπιωτών, οι Βενετοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν το χωριό, ενώ έσφαξαν ή εξόρισαν σχεδόν όλους τους κατοίκους του. Στη συνέχεια προσπάθησαν να πουλήσουν ή να εποικίσουν το χωριό, αλλά οι Αλικαμπιώτες κατάφεραν να επιστρέψουν το 1536 και λίγο αργότερα να τους αναγνωριστεί η κυριότητα των κτημάτων τους.

Οι σχέσεις των ντόπιων με τους Οθωμανούς δεν ήταν πιο εύκολες απ’ ότι με τους Βενετούς και ο Αλίκαμπος εξακολούθησε να είναι κέντρο επαναστατικής δράσης κατά την Τουρκοκρατία. Τον Μάρτιο του 1824 ο Τσουδερός επιτέθηκε από τον Αλίκαμπο κατά των Αιγύπτιων του Χουσεΐν πασά, αλλά δεν κατάφερε να τους απωθήσει. Περίπου εβδομήντα χρόνια αργότερα, από το Κλήμα Αλικάμπου ξεκίνησε στις 3 Σεπτεμβρίου 1895 η Μεταπολιτευτική Επανάσταση, όταν ο πρωτοδίκης στον Βάμο Μανούσος Κούνδουρος διάβασε ενώπιον 1.500 ενόπλων ένα υπόμνημα με τα αιτήματα των χριστιανών του νησιού, ενώ λίγο αργότερα εξελέγη γενικός γραμματέας της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής ο Αλικαμπιώτης Ιωσήφ Λεκανίδης, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις των ετών 1895-1896 και στην απελευθέρωση του Αποκόρωνα από τους Οθωμανούς.

Ως προς τη διοικητική του εξάρτηση, το χωριό αναφέρεται ως μέρος του Δήμου Μαθέ το 1881, μέρος του Δήμου Γεωργιούπολης το 1900, αυτοτελής κοινότητα το 1928 και μέρος του Δήμου Κρυονερίδας το 1999, ενώ από το 2010 αποτελεί ομώνυμο Δημοτικό Διαμέρισμα της Δημοτικής Ενότητας Κρυονερίδας του Δήμου Αποκορώνου.

Επιμέλεια & σύνταξη κειμένων: Γιώργος Λιμαντζάκης


Facebook twitter youtube